Θαλασσινή Βοσταντζόγλου- Όταν φιλάς μια γυναίκα που καπνίζει


Τη ζήλευε, τη λάτρευε, την ερωτευόταν κάθε μέρα όλο και πιο πολύ.

Η μέρα του είχε νόημα μόνο όταν την κοιτούσε. Τις νύχτες που εκείνη θα έβγαινε εκείνος έμπλεκε με τη μιζέρια.

Μόνος στο σπίτι, κάπνιζε. Δεν έπινε, μήπως τύχει και τον πάρει απρόσμενα τηλέφωνο και δεν ήταν σε θέση να της απαντήσει. Τρόμαζε που εκείνη είχε πάντα κάτι να πει κι εκείνος δεν ήξερε σχεδόν να μιλά όποτε βρίσκονταν στον ίδιο χώρο. Μονάχα  αγαπώ της είπε και εκείνη πνίγηκε στις αμφιβολίες. Πολύ νωρίς, πολύ έντονα, πολύ απρόσμενα.

«Σ’αγαπώ» ούρλιαξε. «Γιατί δεν το ψιθυρίζει αφού είναι μόνο δικό μας», απόρησε εκείνη, γιατί έπρεπε να το ξέρουν όλοι;

«Εγώ την πανηγυρίζω την αγάπη», της είπε, «δεν την κρύβω».
«Εγώ πάλι τη σέβομαι» απάντησε εκείνη κι άκρη δεν βγήκε.

Μονάχα αυτή βγήκε πάλι το βράδυ κι αυτός πάλι κάπνισε δύο πακέτα τσιγάρα.

Ήταν εκείνη που τον έμαθε να καπνίζει. Του άρεσαν τα χέρια της όπως κρατούσαν το τσιγάρο, του άρεσε και ο καπνός.

«Όταν φιλάς γυναίκα που καπνίζει είναι σαν να γλείφεις ένα σταχτοδοχείο» του έλεγε και ξανάλεγε εκείνη κοροϊδευτικά, κι εκείνος κάθε φορά απαντούσε «δεν είναι έτσι, κάνεις λάθος»

Όταν φιλάς γυναίκα. Εκείνη ήταν πάνω από γυναίκα και η μυρωδιά καπνού της ταίριαζε.

Εκείνου πάλι όχι. Μύριζε σαν να ήταν καπνιστής χρόνια, από μακριά. Ο καπνός δεν έφευγε, στεκόταν πάνω του, γύρω του, μέσα στο μυαλό του. Κινούνταν σε μια ομίχλη.

Μία η ώρα. Εκείνη τώρα θα χόρευε και θα την κερνούσαν ένα ποτό. Θα το δεχόταν, γιατί της αρέσει να πίνει.

Δύο ή ώρα. Εκείνη τώρα θα είχε αρχίσει να μεθά και θα άναβε τσιγάρο. Θα της μιλούσε κάποιος, θα τον απέφευγε διακριτικά.

Τρεις η ώρα. Εκείνη τώρα θα είχε ξεμείνει από τσιγάρα και θα πήγαινε ζαλισμένη να πάρει. Καθώς θα έμπαινε στο μαγαζί ξανά θα ακουμπούσε τυχαία με το χέρι της δύο τρία άτομα και εκείνοι θα την κοιτούσαν με θαυμασμό.

Τέσσερις η ώρα. Θα τη φανταζόντουσαν πολλοί από το μαγαζί στο κρεβάτι τους, ενώ εκείνη δε θα μπορούσε καν πια να σκεφτεί.

Πέντε η ώρα κι εκείνη τον είχε ξεχάσει. Ούτε ένα τηλέφωνο να τον καθησυχάσει ότι τον σκέφτεται, έστω και ψέματα. Δεν την ένοιαζε ούτε το σ’αγαπώ του. Κι αυτό λάθος της είχε φανεί.

Θα μπαίνει τώρα στο αμάξι κάποιου τύπου με μαύρο μπουφάν με το καλσόν της σκισμένο και τα μάτια στο απέραντο.

Διακόπτει τις σκέψεις του το κουδούνι. Ανοίγει και είναι εκείνη μπροστά του. Με σκισμένο καλσόν, ξεβαμμένα ματιά και κόκκινα μάγουλα.

«Έχεις σκεφτεί ποτέ γιατί καταστρέφεσαι έτσι;» τη ρώτα.

«Για σένα. Δεν αντέχω να νιώθω τόσα»

Σοκάρεται για λίγο. Δεν περίμενε τέτοια απάντηση, την τράβα μέσα.

«Μη με τραβάς, με περιμένουν, δε θα κάτσω. Ήρθα μόνο να σου πω ότι το σ’αγαπώ που μου ‘πες ήταν ψεύτικο. Αν μ’ αγαπούσες θα ερχόσουν ένα απ’αυτά τα βράδια να με βρεις»

Άνοιξε το στόμα του να μιλήσει και δεν κατάφερε να αρθρώσει λέξη. Πάλι.

«Σ’αγαπώ» ψιθύρισε εν τέλει.

«Χα! Τώρα ψιθυρίζεις; Τι να τους κάνω τους ψιθύρους, τις φωνές, τα λόγια; Μ αγαπάς. Ε, και; Το έδειξες;»

Τον κοίταξε με δάκρυα μα εκείνος είχε παγώσει. Πριν του γυρίσει την πλάτη να φύγει του είπε μόνο στο αυτί :

«Τελικά θυμάσαι που σου έλεγα ότι όταν με φιλάς είναι σαν να γλείφεις σταχτοδοχείο; Ολόκληρη ένα τασάκι είμαι και εσύ δεν μου πες ευχαριστώ ούτε που άρχισες το κάπνισμα»

Advertisements

One thought on “Θαλασσινή Βοσταντζόγλου- Όταν φιλάς μια γυναίκα που καπνίζει

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s